Μετάφραση του "Leerverkauf" σε Ελληνικά
Οι Ανοιχτή πώληση, ανοιχτή πώληση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Leerverkauf" σε Ελληνικά.
Leerverkauf
noun
masculine
γραμματική
-
Ανοιχτή πώληση
„Leerverkauf“ den ungedeckten Verkauf von Geldmarktinstrumenten;
Ως «ανοικτή πώληση» νοείται η ακάλυπτη πώληση μέσων της χρηματαγοράς.
-
ανοιχτή πώληση
„Leerverkauf“ den ungedeckten Verkauf von Geldmarktinstrumenten;
Ως «ανοικτή πώληση» νοείται η ακάλυπτη πώληση μέσων της χρηματαγοράς.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Leerverkauf " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη