Μετάφραση του "Legalisierung" σε Ελληνικά

Οι επικύρωση, νομιμοποίηση, νομιμοποίηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Legalisierung" σε Ελληνικά.

Legalisierung noun Noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επικύρωση

    Steuerbefreiung und Steuerermäßigung - Befreiung von der Legalisierung

    Απαλλαγές ή μειώσεις φόρων - Απαλλαγή από την επικύρωση

  • νομιμοποίηση

    noun

    Der erste Subventionskodex diente damit noch überwiegend der Legalisierung der Praxis.

    Ούτως, ο πρώτος κώδικας για τις ενισχύσεις στη χαλυβουργία εξυπηρετούσε κυρίως τη νομιμοποίηση των υφιστάμενων πρακτικών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Legalisierung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

legalisierung
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • νομιμοποίηση

    noun

    Der erste Subventionskodex diente damit noch überwiegend der Legalisierung der Praxis.

    Ούτως, ο πρώτος κώδικας για τις ενισχύσεις στη χαλυβουργία εξυπηρετούσε κυρίως τη νομιμοποίηση των υφιστάμενων πρακτικών.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Legalisierung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη