Μετάφραση του "Lehren" σε Ελληνικά
Οι διδαχή, διδασκαλία, διδάσκω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Lehren" σε Ελληνικά.
-
διδαχή
nounHirobo ließ sich von den Missionaren belehren, um die Lehre wieder kennenzulernen.
Ο Χιρόμπο άρχισε να μελετά μαζί με τους ιεραποστόλους και να μαθαίνει εκ νέου τη διδαχή.
-
διδασκαλία
NounTätigkeit der Vermittlung von Wissen und Fähigkeiten
Sie gemäß der Lehren von Kahless, die schon in dir sind, zu einem ehrenhaften Leben zurückführen.
Θα τους ξαναφέρεις στην τιμή σύμφωνα με τη διδασκαλία του Κέιλες που είναι μέσα σου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Lehren " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
einbläuen (umgangssprachlich) [..]
-
διδάσκω
verbWissen und Fähigkeiten weitergeben.
Ich war bei der Flugkörperausbildung, als das gelehrt wurde.
Πρέπει να ήμουν σε ασκήσεις πυραύλων τη μέρα που τη δίδαξαν.
-
εκπαιδεύω
verbIch lehre euch nicht, wie man kämpft, sondern wie man gewinnt.
Δεν σε εκπαιδεύω πως να μάχεσαι αλλά πως να κερδίζεις.
-
προπονώ
verb
Εικόνες με "Lehren"
Φράσεις παρόμοιες με "Lehren" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αυτό να σου γίνει μάθημα
-
να σου γίνει μάθημα!
-
η ιστορία μας διδάσκει
-
υδροστατική
-
δε διδάσκεται στα σχολεία
-
ακαδημαϊκός · ευρυμαθής · λόγιος · πολυμαθής · πολύξερος
-
το πάθημα να σου γίνει μάθημα
-
-λογία · δίδαγμα · διδασκαλία · δόγμα · επαγγελματική μαθητεία · θεωρία · μάθημα · μέτρο · μαθητεία · μετρητής · συμβουλή