Μετάφραση του "Lehrmaterial" σε Ελληνικά

Οι διδακτικό υλικό, εκπαιδευτικό υλικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Lehrmaterial" σε Ελληνικά.

Lehrmaterial noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διδακτικό υλικό

    Die Mitgliedstaaten werden außerdem aufgefordert, von den Lehrkräften leicht einsetzbares Lehrmaterial zu entwickeln.

    Τα κράτη μέλη πρέπει επίσης να δημιουργήσουν διδακτικό υλικό το οποίο να μπορούν να αξιοποιήσουν εύκολα οι εκπαιδευτικοί.

  • εκπαιδευτικό υλικό

    Die Grundlage des Programms wären Besuche von Schulen, Lehrmaterial und Seminare.

    Το πρόγραμμα βασίζεται σε επισκέψεις σε σχολεία, εκπαιδευτικό υλικό και σεμινάρια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Lehrmaterial " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Lehrmaterial" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη