Μετάφραση του "Leidenschaft" σε Ελληνικά

Οι πάθος, έρωτας, αγάπη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Leidenschaft" σε Ελληνικά.

Leidenschaft noun Noun feminine γραμματική

Verve (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πάθος

    noun neuter

    Nun ja, Medizin zu praktizieren kann eine Leidenschaft sein, wie kaum eine andere.

    Κι όμως, το να εξασκείς την Iατρική, μπορεί να γίνει πάθος.

  • έρωτας

    noun masculine
  • αγάπη

    noun feminine

    Süss führt zu Gefühlen, die wieder zur Leidenschaft, und die schafft nur Leiden.

    Έρχεται η αγάπη... μετά το γαμήσι και μετά λες, " τη γαμήσαμε ".

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μανία
    • γούστο
    • φλέβα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Leidenschaft " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Leidenschaft" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Leidenschaft" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη