Μετάφραση του "Leiter" σε Ελληνικά

Οι διευθυντής, σκάλα, αγωγός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Leiter" σε Ελληνικά.

Leiter noun masculine feminine γραμματική

hohes Tier (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διευθυντής

    noun masculine

    πρόσωπο επικεφαλής για την επίτευξη ενός σκοπού ή τη λειτουργία ενός αντικειμένου

    Ich entschied - für sie als künstlerischer Leiter zu arbeiten.

    Αποφάσισα να γίνω, να εργαστώ για αυτές σαν καλλιτεχνικός διευθυντής.

  • σκάλα

    noun feminine

    Wir brauchen keine Leiter.

    Δε χρειαζόμαστε μια σκάλα.

  • αγωγός

    noun masculine

    Elektrischer Leiter, der die Verbindung zu einem nichtmetallischen Bestandteil eines Stromkreislaufs herstellt.

    Ηλεκτρικός αγωγός που χρησιμοποιείται για να γίνει επαφή με ένα μη μεταλλικό μέρος του ηλεκτρικού κυκλώματος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κλίμακα
    • οδηγός
    • διευθύντρια
    • ξεναγός
    • Διευθυντής
    • διαχειριστής
    • διοικητής
    • καθοδηγητής
    • κεφαλή
    • συντονιστής
    • αρχηγός
    • ηγέτης
    • ανεμόσκαλα
    • Αγωγός
    • Ανεμόσκαλα
    • ακρωτήριο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Leiter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

leiter
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κεφάλι

    noun neuter

    Und der Leiter der Kampagne wandte sich an eine amerikanische Rennfahrerlegende.

    Και για να το κεφάλι μέχρι την εκστρατεία, στράφηκε σε έναν Αμερικανό ήρωα του μηχανοκίνητου αθλητισμού.

Εικόνες με "Leiter"

Φράσεις παρόμοιες με "Leiter" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Leiter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη