Μετάφραση του "Lenz" σε Ελληνικά

Οι άνοιξη, έαρ, ανοιξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Lenz" σε Ελληνικά.

Lenz noun masculine γραμματική

Traditionell die erste der vier Jahreszeiten, in der alles wächst und die Tage länger werden.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • άνοιξη

    noun feminine

    Παραδοσιακά η πρώτη από τις τέσσερις εποχές του έτους, η εποχή ανάπτυξης των φυτών, κατά την οποία η διάρκεια της ημέρας αυξάνεται διαρκώς.

    Wir verreisen im Lenz, zum Schreiben.

    Την άνοιξη θα πάμε ταξίδι για να γράψουμε.

  • έαρ

    noun neuter
  • ανοιξη

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Lenz " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

lenz Adjective γραμματική
+ Προσθήκη

"lenz" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το lenz στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Lenz" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη