Μετάφραση του "Leuchte" σε Ελληνικά

Οι λάμπα, φωστήρας, φανάρι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Leuchte" σε Ελληνικά.

Leuchte noun feminine γραμματική

Glühlicht (veraltet) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λάμπα

    noun feminine

    Lampe =

    Weil die einzig funktionierende Leuchte hinter dem Täter war.

    Κι αυτό επειδή η μόνη αναμμένη λάμπα ήταν πίσω από το δολοφόνο.

  • φωστήρας

    noun

    Eine wahre Leuchte der Wissenschaft aus der Schule von Salamanca.

    Ένας φωστήρας της επιστήμης, από την σχολή της Σαλαμάνκα.

  • φανάρι

    noun

    Jeder leuchtet mit einer Laterne nach einem eleganten Ausweg.

    Όλοι τριγυρνούν με ένα φανάρι ψάχνοντας για μια αξιοπρεπή διέξοδο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φωτιστικό
    • Φωτιστικό
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Leuchte " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

leuchte verb
+ Προσθήκη

"leuchte" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το leuchte στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "Leuchte"

Φράσεις παρόμοιες με "Leuchte" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • η λάμψη των αστεριών
  • λάμψη
  • το καταλαβαίνω _ είναι απόλυτα κατανοητό
  • ακτινοβολώ · λάμπω · φέγγω · φως · φωτίζω
  • τα μάτια της λάμπουν
  • αστραφτερός · λαμπερός · λαμπρός · φαεινός · φωτεινός
  • αστραφτερός · λαμπερός · λαμπρός · φαεινός · φωτεινός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Leuchte" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη