Μετάφραση του "Libido" σε Ελληνικά
Το λίμπιντο είναι η μετάφραση του "Libido" σε Ελληνικά.
Libido
noun
Noun
feminine
neuter
γραμματική
Eine der in Äthiopien gesprochenen Sprachen [..]
-
λίμπιντο
Im Gegensatz zur menschlichen Libido wird die vulkanische mit der Zeit stärker.
Αντίθετα με τους ανθρώπους, η Βουλκάνια λίμπιντο αυξάνεται με το χρόνο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Libido " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη