Μετάφραση του "Lichtschalter" σε Ελληνικά

Το διακόπτης είναι η μετάφραση του "Lichtschalter" σε Ελληνικά.

Lichtschalter noun γραμματική

Mit der Hand bedienbarer, mechanischer Schalter mit dem man die Beleuchtung ein- oder aussschalten kann.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διακόπτης

    noun

    Der Lichtschalter ist hier, wenn ich mich recht erinnere.

    Αν δε με απατάει η μνήμη μου, ο διακόπτης είναι εδώ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Lichtschalter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Lichtschalter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη