Μετάφραση του "Lichtstrom" σε Ελληνικά

Οι Φωτεινή ροή, φωτεινή ροή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Lichtstrom" σε Ελληνικά.

Lichtstrom
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Φωτεινή ροή

    Bezugslichtstrom: Festgelegter Lichtstrom für eine Prüfglühlampe, auf den die optischen Eigenschaften der Beleuchtungseinrichtung zu beziehen sind.

    «Φωτεινή ροή αναφοράς»: η καθορισμένη φωτεινή ροή ενός πρότυπου λαμπτήρα πυράκτωσης στον οποίο αναφέρονται τα οπτικά χαρακτηριστικά μιας διάταξης φωτισμού.

  • φωτεινή ροή

    feminine

    Werden keine weiteren Angaben gemacht, bezieht sich der Begriff auf den anfänglichen Lichtstrom.

    Εφόσον δεν ορίζεται άλλως, πρόκειται για την αρχική φωτεινή ροή·

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Lichtstrom " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Lichtstrom" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη