Μετάφραση του "Liebchen" σε Ελληνικά

Οι ερωμένη, εραστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Liebchen" σε Ελληνικά.

Liebchen noun neuter γραμματική

Zuckerwürfel (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ερωμένη

    noun feminine

    Mr. Dubrovensky Liebchen, sagte ihm sei langweilig geworden.

    Η ερωμένη του κ. Ντουμπροβένσκι είπε ότι είχε αρχίσει να βαριέται.

  • εραστής

    noun masculine

    Ja, aber keiner von denen war dein Krähen-Liebchen.

    Ναι, αλλά κανείς τους δεν ήταν ο εραστής σου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Liebchen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Liebchen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Liebchen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη