Μετάφραση του "Lieblosigkeit" σε Ελληνικά

Οι αδιαφορία, απροσεξία, αστοργία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Lieblosigkeit" σε Ελληνικά.

Lieblosigkeit noun feminine
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδιαφορία

    noun
  • απροσεξία

    Noun
  • αστοργία

    Wenn verfolgt, hält er trotz aller Lieblosigkeit stand und läßt sich im Geiste nicht überwältigen.

    Όταν διώκεται, υποφέρει κάτω από την αστοργία και δεν συντρίβεται στο πνεύμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Lieblosigkeit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Lieblosigkeit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη