Μετάφραση του "Lieblosigkeit" σε Ελληνικά
Οι αδιαφορία, απροσεξία, αστοργία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Lieblosigkeit" σε Ελληνικά.
Lieblosigkeit
noun
feminine
-
αδιαφορία
noun -
απροσεξία
Noun -
αστοργία
Wenn verfolgt, hält er trotz aller Lieblosigkeit stand und läßt sich im Geiste nicht überwältigen.
Όταν διώκεται, υποφέρει κάτω από την αστοργία και δεν συντρίβεται στο πνεύμα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Lieblosigkeit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη