Μετάφραση του "Liegenschaft" σε Ελληνικά
Οι ακίνητη περιουσία, ακίνητο, οικόπεδο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Liegenschaft" σε Ελληνικά.
Liegenschaft
noun
Noun
feminine
γραμματική
Realitäten (österr., nur Plur.) [..]
-
ακίνητη περιουσία
noun Noun -
ακίνητο
noun adjectiveAuf der Liegenschaft befand sich insbesondere eine Anfang 2007 aufgegebene Kaserne.
Το ακίνητο είχε χρησιμοποιηθεί, μεταξύ άλλων, ως στρατώνας που έπαυσε να λειτουργεί στις αρχές του 2007.
-
οικόπεδο
nounBelastung der Liegenschaft und Gebäude (Grundschulden)
Εμπράγματο βάρος στο οικόπεδο και τα κτίρια (Grundschulden)
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Liegenschaft " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη