Μετάφραση του "Linie" σε Ελληνικά
Οι γραμμή, καμπύλη, κλάδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Linie" σε Ελληνικά.
Linie
noun
feminine
γραμματική
Melodei (altertümelnd / poet.) [..]
-
γραμμή
noun feminineregelmäßige Bedienung eines bestimmten Wegstrecke durch öffentliche Verkehrsmittel
Ziehe hier eine Linie!
Τράβα μια γραμμή εδώ.
-
καμπύλη
noun feminineDie Geometrie eines Flusses muss eine Linie sein.
Η γεωμετρία του ποταμού πρέπει να είναι καμπύλη.
-
κλάδος
noun masculineDiese rückläufige Entwicklung ist in erster Linie auf die Umstrukturierungsmaßnahmen des Wirtschaftszweigs der Gemeinschaft zurückzuführen.
Αυτή η μείωση της απασχόλησης υπήρξε κυρίως αποτέλεσμα των προσπαθειών αναδιάρθρωσης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- καταγωγή
- σιλουέτα
- κλαδί
- κανόνας
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Linie " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Linie"
Φράσεις παρόμοιες με "Linie" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κατά κύριο λόγο · κατά πρώτο λόγο · πρώτα απο όλα
-
ευθεία γραμμή
-
γραμμικός
-
γεωδαισιακή γραμμή · γεωδαιτική γραμμή
-
Γραμμή Μεταξά
-
διακεκομμένη γραμμή
-
οριζόντια γραμμή
-
υπεραστικά λεωφορεία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη