Μετάφραση του "Lispeln" σε Ελληνικά
Οι ψεύδισμα, τραύλισμα, ψευδισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Lispeln" σε Ελληνικά.
Lispeln
-
ψεύδισμα
neuterLispeln kann unter Umständen eine organische Ursache haben.
Το ψεύδισμα μπορεί να έχη ή να μην έχη μια φυσική αιτία.
-
τραύλισμα
-
ψευδισμός
masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Lispeln " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
lispeln
verb
γραμματική
zuzeln (österr.)
-
είμαι ψευδός
Er wohnt im Zimmer neben mir und lispelt.
Μένει στο διπλανό δωμάτιο και είναι ψευδός.
-
τραυλίζω
-
ψευδίζω
verb
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη