Μετάφραση του "Literatur" σε Ελληνικά
Οι λογοτεχνία, φιλολογία, βιβλιογραφία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Literatur" σε Ελληνικά.
(eine) Schrift (gehoben) [..]
-
λογοτεχνία
noun feminineBereich aller mündlich oder schriftlich fixierten sprachlichen Zeugnisse
Er ging in die Vereinigten Staaten, um amerikanische Literatur zu studieren.
Πήγε στην Αμερική για να σπουδάσει αμερικανική λογοτεχνία.
-
φιλολογία
nounDies ist ganz eindeutig, man muß nur die einschlägige Literatur lesen.
Είναι προφανές, αρκεί να διαβάσει κανείς τη σχετική φιλολογία.
-
βιβλιογραφία
nounGanz allgemein wird insoweit auf die umfangreiche Literatur verwiesen, die die rechtliche Befassung mit diesem Phänomen hervorbringt.
Γενικότερα, παραπέμπω σχετικώς στην αχανή βιβλιογραφία η οποία είναι προϊόν της εξετάσεως του φαινομένου αυτού από νομικής απόψεως.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- γραμματεία
- έντυπο υλικό
- κείμενα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Literatur " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Literatur" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ενδιαφέρεται για τη σύγχρονη λογοτεχνία
-
Γκρίζα βιβλιογραφία · εκδόσεις περιορισμένης κυκλοφορίας
-
Σκανδιναβική Σάγκα
-
ασχολείται με τη λογοτεχνία
-
Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας
-
ρομαντική λογοτεχνία
-
σκανδιναβική σάγκα