Μετάφραση του "Lithografie" σε Ελληνικά

Οι λιθογραφία, Λιθογραφία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Lithografie" σε Ελληνικά.

Lithografie noun Noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λιθογραφία

    noun feminine

    Lithografie ist die maßgebliche Technik für die Skalierung von Halbleiterelementen.

    Η λιθογραφία αποτελεί βασική τεχνολογία για την κλιμάκωση των διατάξεων ημιαγωγών.

  • Λιθογραφία

    Flachdruckverfahren

    Lithografie ist die maßgebliche Technik für die Skalierung von Halbleiterelementen.

    Η λιθογραφία αποτελεί βασική τεχνολογία για την κλιμάκωση των διατάξεων ημιαγωγών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Lithografie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Lithografie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη