Μετάφραση του "Livree" σε Ελληνικά
Οι λιβρέα, στολή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Livree" σε Ελληνικά.
Livree
noun
feminine
γραμματική
vom Arbeitgeber zur Verfügung gestellte Kleidung
-
λιβρέα
noun feminineEr wollte die Livree aufhängen, bevor sie Falten bekommt.
Ήθελε να κρεμάσει τη λιβρέα πριν τσαλακωθεί.
-
στολή
noun feminineFür ihn war ich nur ein Mann in Livree.
Γι'αυτόν ήμουν κάποιος με στολή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Livree " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη