Μετάφραση του "Lockmittel" σε Ελληνικά
Το δόλωμα είναι η μετάφραση του "Lockmittel" σε Ελληνικά.
Lockmittel
Noun
γραμματική
-
δόλωμα
noun neuter— Als Lockmittel verwendete geblendete oder verstümmelte lebende Tiere
— Τυφλά ή ακρωτηριασμένα ζώα χρησιμοποιούμενα για δόλωμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Lockmittel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη