Μετάφραση του "Lockmittel" σε Ελληνικά

Το δόλωμα είναι η μετάφραση του "Lockmittel" σε Ελληνικά.

Lockmittel Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δόλωμα

    noun neuter

    — Als Lockmittel verwendete geblendete oder verstümmelte lebende Tiere

    — Τυφλά ή ακρωτηριασμένα ζώα χρησιμοποιούμενα για δόλωμα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Lockmittel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Lockmittel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη