Μετάφραση του "Logik" σε Ελληνικά

Το λογική είναι η μετάφραση του "Logik" σε Ελληνικά.

Logik noun Noun feminine γραμματική

Wissenschaft von den Gesetzen, den Strukturen und den Formen des Denkens

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λογική

    noun feminine

    Lehre des vernünftigen Schlussfolgerns

    Dies ist jedoch nicht die Logik, der das Gericht gefolgt ist.

    Εντούτοις, δεν είναι αυτή η λογική την οποία ακολούθησε το Πρωτοδικείο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Logik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Logik" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Logik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη