Μετάφραση του "Lok" σε Ελληνικά

Οι μηχανή, ατμομηχανή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Lok" σε Ελληνικά.

Lok noun Noun feminine γραμματική

Eine selbstfahrende Maschine, die mit Dampf, Diesel oder Elektrizität angetrieben wird und benutzt wird, um Züge auf Eisenbahnschienen zu ziehen.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μηχανή

    noun feminine

    Man kann die Lok nur anhalten, wenn man das Feuer mit Wasser löscht.

    Ο μόνος τρόπος να σταματήσει η μηχανή είναι να σβήσουμε τη φωτιά.

  • ατμομηχανή

    noun feminine

    Die Lok wurde ausgewechselt und es ging weiter.

    Παρά το περιστατικό αυτό, μια άλλη ατμομηχανή προσαρτήθηκε στο βαγόνι μας και συνεχίσαμε το ταξίδι μας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Lok " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Lok"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Lok" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη