Μετάφραση του "Luftbefeuchter" σε Ελληνικά

Το υγραντήρας είναι η μετάφραση του "Luftbefeuchter" σε Ελληνικά.

Luftbefeuchter noun Noun masculine γραμματική

Gerät, mit dem die Luftfeuchtigkeit in einem Raum erhöht werden kann.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • υγραντήρας

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Luftbefeuchter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Luftbefeuchter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη