Μετάφραση του "Luftfahrt-" σε Ελληνικά

Οι αεροναυπηγικός, αεροπορικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Luftfahrt-" σε Ελληνικά.

Luftfahrt-
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αεροναυπηγικός

    adjective

    Betrifft: Luftfahrt — Airbus

    Θέμα: Αεροναυπηγικός τομέας - Εταιρεία Airbus

  • αεροπορικός

    adjective

    Die Luftfahrt hat sich zum Motor für das Wirtschaftswachstum entwickelt: ein leistungsstarker Luftfahrtsektor trägt zu einer gesunden EU-Wirtschaft bei.

    Οι αερομεταφορές έχουν αποκτήσει καταλυτικό ρόλο για την οικονομική ανάπτυξη: ένας αεροπορικός τομέας υψηλών επιδόσεων συμβάλλει σε μια υγιή οικονομία της ΕΕ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Luftfahrt- " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Luftfahrt-" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Luftfahrt-" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη