Μετάφραση του "Luftsack" σε Ελληνικά
Το αερόσακος είναι η μετάφραση του "Luftsack" σε Ελληνικά.
Luftsack
masculine
-
αερόσακος
noun masculine„Luftsack“ ein dehnbarer Sack, der mit Druckgas gefüllt wird und
Ως «αερόσακος» νοείται εύκαμπτος σάκος ο οποίος είναι σχεδιασμένος ώστε να φουσκώνεται με αέριο υπό πίεση και:
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Luftsack " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Luftsack"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη