Μετάφραση του "Luftstrom" σε Ελληνικά

Το ρεύμα αέρος είναι η μετάφραση του "Luftstrom" σε Ελληνικά.

Luftstrom noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρεύμα αέρος

    Die eventuell auf der Säule verbliebene saure Lösung wird mit einem Luftstrom restlos ausgeblasen.

    Στα τυχόν υπολείμματα διαλύματος του οξέος διοχετεύεται ρεύμα αέρος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Luftstrom " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Luftstrom" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη