Μετάφραση του "Lumpen" σε Ελληνικά
Οι κουρέλι, ράκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Lumpen" σε Ελληνικά.
Lumpen
noun
masculine
γραμματική
Feudel (norddt.) (umgangssprachlich) [..]
-
κουρέλι
noun neuterDu versprachst mir, dass dieser alte Lumpen mein Leben verändern würde.
Μου υποσχέθηκες ότι αυτό το κουρέλι θα μου άλλαζε τη ζωή.
-
ράκος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Lumpen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Lumpen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αλήτης · παλιάνθρωπος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη