Μετάφραση του "Lunge" σε Ελληνικά
Οι πνεύμονας, Πνεύμονας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Lunge" σε Ελληνικά.
Lunge
noun
feminine
γραμματική
Beuschel (österr.) (umgangssprachlich)
-
πνεύμονας
noun masculineEr hat Metastasen in der Lunge.
Έχει μεταστάσεις στον πνεύμονα.
-
Πνεύμονας
Körperorgan, das der Atmung dient
Er hat Metastasen in der Lunge.
Έχει μεταστάσεις στον πνεύμονα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Lunge " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Lunge"
Φράσεις παρόμοιες με "Lunge" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
θώρακας
-
Καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση
-
πνευμονικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη