Μετάφραση του "Lymphom" σε Ελληνικά
Το λέμφωμα είναι η μετάφραση του "Lymphom" σε Ελληνικά.
Lymphom
Lymphom (fachsprachlich)
-
λέμφωμα
noun neuterWir sollten ihn sofort auf ein Lymphom behandeln.
Να αρχίσουμε αμέσως τη θεραπεία για το λέμφωμα..
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Lymphom " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Lymphom" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
λέμφωμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη