Μετάφραση του "Machenschaft" σε Ελληνικά

Οι μηχανορραφία, ραδιουργία, σκευωρία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Machenschaft" σε Ελληνικά.

Machenschaft noun Noun feminine γραμματική

Ein kluger oder listiger Plan, gewöhnlich für bösartige Zwecke entworfen.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μηχανορραφία

    feminine
  • ραδιουργία

  • σκευωρία

    feminine
  • δολοπλοκία

    feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Machenschaft " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Machenschaft" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Machenschaft" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη