Μετάφραση του "Magnetisierung" σε Ελληνικά

Οι Μαγνήτιση, μαγνήτιση, μαγνήτιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Magnetisierung" σε Ελληνικά.

Magnetisierung noun Noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μαγνήτιση

    die dazu bestimmt sind, nach Magnetisierung Dauermagnete zu werden

    του είδους που χρησιμοποιείται στην κατασκευή μόνιμων μετά από μαγνήτιση μαγνητών

  • μαγνήτιση

    die dazu bestimmt sind, nach Magnetisierung Dauermagnete zu werden

    του είδους που χρησιμοποιείται στην κατασκευή μόνιμων μετά από μαγνήτιση μαγνητών

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Magnetisierung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

magnetisierung
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαγνήτιση

    die dazu bestimmt sind, nach Magnetisierung Dauermagnete zu werden

    του είδους που χρησιμοποιείται στην κατασκευή μόνιμων μετά από μαγνήτιση μαγνητών

Φράσεις παρόμοιες με "Magnetisierung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Magnetisierung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη