Μετάφραση του "Mainstream" σε Ελληνικά

Το mainstream είναι η μετάφραση του "Mainstream" σε Ελληνικά.

Mainstream noun Noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • mainstream

    In einigen Fällen sind diese Konzepte nun ausgereift und können in die Mainstream-Programme zur Entwicklung des ländlichen Raums eingegliedert werden.

    Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι προσεγγίσεις αυτές ωρίμασαν και μπορούν επί του παρόντος να ληφθούν υπόψη από τα κύρια ("mainstream") προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Mainstream " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Mainstream" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Mainstream" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη