Μετάφραση του "Major" σε Ελληνικά

Οι ταγματάρχης, Ταγματάρχης, επισμηναγός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Major" σε Ελληνικά.

Major noun masculine γραμματική

Major (Manga)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ταγματάρχης

    noun masculine

    Nicht, was wir wollen oder was der Major will.

    Δεν είναι τι θέλουμε ή τι θέλει ο ταγματάρχης.

  • Ταγματάρχης

    Dienstgrad

    Der Major schickte Ihnen ein Fax, bevor er starb.

    Ο Ταγματάρχης σου έστειλε ένα φαξ μια μέρα πριν πεθάνει.

  • επισμηναγός

    Noun masculine

    Major Nelson ist sehr gut darin, die Leitung zu übernehmen.

    Ο επισμηναγός Νέλσον είναι πολύ καλός στο να αναλαμβάνει πράγματα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Major " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Major" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Major" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη