Μετάφραση του "Malen" σε Ελληνικά
Οι ζωγραφική, ζωγραφίζω, βάφω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Malen" σε Ελληνικά.
Malen
noun
Noun
neuter
γραμματική
-
ζωγραφική
noun feminineDavid interessiert sich nur fürs Malen und mich.
Ο Ντέηβιντ ενδιαφέρεται μόνο για τη ζωγραφική κι εμένα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Malen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
malen
verb
γραμματική
malern (umgangssprachlich) [..]
-
ζωγραφίζω
verbIch mag auch malen.
Επίσης μου αρέσει να ζωγραφίζω.
-
βάφω
verbEs gibt immer Häuser zu malen.
Τι να πω κι εγώ που βάφω σπίτια;
-
ζωγραφίζομαι
Verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ζωγραφική
- σχεδιάζω
- τραβώ
- αποσύρω
- εκδίδω
Εικόνες με "Malen"
Φράσεις παρόμοιες με "Malen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επί · μια φορά
-
ελιά · σήμα · σημάδι · σπίλος · στίγμα · φορά
-
μερικές φορές
-
κάθε φορά που
-
να σου πω ...
-
πρέπει να πάω στην τουαλέτα
-
θα δούμε
-
στο διάολο!
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη