Μετάφραση του "Marketing" σε Ελληνικά

Οι μάρκετινγκ, εμπορία, αγοραστική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Marketing" σε Ελληνικά.

Marketing noun Noun neuter γραμματική

Absatzwirtschaft (veraltet)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μάρκετινγκ

    noun neuter

    Die Wahrung dieser Vielfalt ist wichtig und ein bedeutender Marketing-Trumpf, um Europa im Rest der Welt bekannt zu machen.

    Η διατήρηση αυτών των διαφορών είναι σημαντική, και σημαντικό πλεονέκτημα μάρκετινγκ όταν προβάλλουμε την Ευρώπη στον υπόλοιπο κόσμο.

  • εμπορία

    noun feminine

    Organisation von Foren für den Wissensaustausch, unter anderem durch die Teilnahme an Messen und die Organisation von Informationsveranstaltungen für das lokale Marketing

    διοργάνωση συσκέψεων για ανταλλαγή γνώσεων, μεταξύ άλλων συμμετοχή σε εμποροπανηγύρεις και διοργάνωση ενημερωτικών συναντήσεων για την τοπική εμπορία·

  • αγοραστική

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διάθεση στην αγορά
    • Μάρκετινγκ
    • προώθηση
    • αγοραλογία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Marketing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Marketing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Marketing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη