Μετάφραση του "Maskierung" σε Ελληνικά
Το μασκάρεμα είναι η μετάφραση του "Maskierung" σε Ελληνικά.
Maskierung
noun
feminine
-
μασκάρεμα
Doch wie sieht das Endergebnis aus? Wie eine Maquillage (Make-up) oder wie eine Maskierung?
Αλλά τι έδειχνε το αποτέλεσμα—μακιγιάρισμα ή μασκάρεμα;
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Maskierung " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη