Μετάφραση του "Material" σε Ελληνικά
Οι υλικό, ύλη, ύλη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Material" σε Ελληνικά.
-
υλικό
noun neuterSammelbegriff für Dinge, die zur Produktion eines bestimmten Zwischen- oder Endproduktes verwendet werden
Es kann auch aus einer nicht entfernbaren Plombe aus widerstandsfähigem Material bestehen.
Το σήμα μπορεί επίσης να είναι ετικέτα που δεν μπορεί να αφαιρεθεί, κατασκευασμένη από ανθεκτικό υλικό.
-
ύλη
noun feminineDann bauen wir's und schicken organisches Material rüber, aber wichtiger noch:
Mετά κατασκευάζoυμε, μετά στέλvoυμε oργαvική ύλη εκεί πέρα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Material " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
ύλη
noun feminineDann bauen wir's und schicken organisches Material rüber, aber wichtiger noch:
Mετά κατασκευάζoυμε, μετά στέλvoυμε oργαvική ύλη εκεί πέρα.
Φράσεις παρόμοιες με "Material" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πυρίμαχα υλικά
-
πορώδες υλικό
-
πόροι υλικού
-
ηλεκτρομαγνητικό υλικό
-
μη σχάσιμο υλικό
-
ραδιενεργό υλικό
-
ασφαλτούχα υλικά
-
νέο υλικό