Μετάφραση του "Mauerwerk" σε Ελληνικά

Οι τοιχοποιία, πλινθοδομή, οικοδομή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Mauerwerk" σε Ελληνικά.

Mauerwerk γραμματική

Eine Konstruktion aus Stein oder ähnlichen Materialien wie Beton oder Ziegel.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τοιχοποιία

    noun feminine

    Eine Konstruktion aus Stein oder ähnlichen Materialien wie Beton oder Ziegel.

    Festlegungen für Ergänzungsbauteile für Mauerwerk — Teil 2: Stürze

    Προδιαγραφή για βοηθητικά εξαρτήματα τοιχοποιίας — Μέρος 2: Υπέρθυρα

  • πλινθοδομή

    noun

    Eine Konstruktion aus Stein oder ähnlichen Materialien wie Beton oder Ziegel.

    „Außenanstriche für Wände aus Mineralsubstrat“sind Außenbeschichtungsstoffe für Mauerwerk, Backsteinwände oder Gipswände.

    «Επιχρίσματα για εξωτερικούς τοίχους ορυκτού υποστρώματος»:επιχρίσματα για εφαρμογή σε εξωτερικούς τοίχους από λιθοδομή, πλινθοδομή ή γυψομαρμαροκονίαμα.

  • οικοδομή

    noun

    Eine Konstruktion aus Stein oder ähnlichen Materialien wie Beton oder Ziegel.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τοίχοι
    • τοιχοδομή
    • οικοδόμηση
    • οικοδομική
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Mauerwerk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Mauerwerk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη