Μετάφραση του "Mazedonisch" σε Ελληνικά
Οι Μακεδονικά, μακεδονικά, Σλαβομακεδονικά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Mazedonisch" σε Ελληνικά.
-
Μακεδονικά
Wenn das mazedonische Referendum angenommen wird, werden sie den Euro einführen.
Αν περάσει το Μακεδονικό δημοψήφισμα, το νόμισμα θα πρέπει να αλλάξει σε ευρώ.
-
μακεδονικά
Schlimmer noch, sie geschahen bereits in den mazedonischen Flüchtlingslagern.
Και μάλιστα εξακολουθούν να διαπράττονται στα μακεδονικά στρατόπεδα προσφύγων.
-
Σλαβομακεδονικά
Auf politischer Ebene nimmt der Druck auf die slawo-mazedonischen Parteien im Hinblick auf Verfassungsänderungen zu, mit denen ein Großteil der Bevölkerung nicht einverstanden ist.
Στο πολιτικό επίπεδο συνεχίζονται οι ασφυκτικές πιέσεις προς τα σλαβομακεδονικά κόμματα για συνταγματικές αλλαγές, αλλαγές με τις οποίες διαφωνεί μεγάλο μέρος του πληθυσμού.
-
σλαβομακεδονικά
proper neuterAuf politischer Ebene nimmt der Druck auf die slawo-mazedonischen Parteien im Hinblick auf Verfassungsänderungen zu, mit denen ein Großteil der Bevölkerung nicht einverstanden ist.
Στο πολιτικό επίπεδο συνεχίζονται οι ασφυκτικές πιέσεις προς τα σλαβομακεδονικά κόμματα για συνταγματικές αλλαγές, αλλαγές με τις οποίες διαφωνεί μεγάλο μέρος του πληθυσμού.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Mazedonisch " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
σλαβομακεδονικά
proper neuterAuf politischer Ebene nimmt der Druck auf die slawo-mazedonischen Parteien im Hinblick auf Verfassungsänderungen zu, mit denen ein Großteil der Bevölkerung nicht einverstanden ist.
Στο πολιτικό επίπεδο συνεχίζονται οι ασφυκτικές πιέσεις προς τα σλαβομακεδονικά κόμματα για συνταγματικές αλλαγές, αλλαγές με τις οποίες διαφωνεί μεγάλο μέρος του πληθυσμού.
-
μακεδονικός
adjectiveSchlimmer noch, sie geschahen bereits in den mazedonischen Flüchtlingslagern.
Και μάλιστα εξακολουθούν να διαπράττονται στα μακεδονικά στρατόπεδα προσφύγων.
Φράσεις παρόμοιες με "Mazedonisch" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αρχιεπισκοπή Αχρίδος
-
σλαβομακεδονική γλώσσα