Μετάφραση του "Meditation" σε Ελληνικά

Οι περισυλλογή, διαλογισμός, Διαλογισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Meditation" σε Ελληνικά.

Meditation noun Noun feminine γραμματική

Meditation (fachsprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • περισυλλογή

    feminine

    Was weißt du überhaupt von Entspannungstechniken und Meditation?

    Τι ξέρεις για τη χαλάρωση από το άγχος και την περισυλλογή, τελοσπάντων;

  • διαλογισμός

    noun masculine

    Und drittens die intensive Meditation, mit der er es versucht.

    Η τρίτη είναι εντατικός διαλογισμός, τον οποίο προσπαθεί να κάνει.

  • Διαλογισμός

    spirituelle Praxis zur Beruhigung des Geistes durch spezielle Übungen

    Meditation darüber, was zuvor war, was jetzt ist und was kommen wird.

    Διαλογισμός πάνω σε τι προηγήθηκε,... τι συμβαίνει τώρα και αυτό που πρόκειται να έρθει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στοχασμός
    • Στοχαστική
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Meditation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Meditation"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Meditation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη