Μετάφραση του "Meditation" σε Ελληνικά
Οι περισυλλογή, διαλογισμός, Διαλογισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Meditation" σε Ελληνικά.
Meditation
noun
Noun
feminine
γραμματική
Meditation (fachsprachlich)
-
περισυλλογή
feminineWas weißt du überhaupt von Entspannungstechniken und Meditation?
Τι ξέρεις για τη χαλάρωση από το άγχος και την περισυλλογή, τελοσπάντων;
-
διαλογισμός
noun masculineUnd drittens die intensive Meditation, mit der er es versucht.
Η τρίτη είναι εντατικός διαλογισμός, τον οποίο προσπαθεί να κάνει.
-
Διαλογισμός
spirituelle Praxis zur Beruhigung des Geistes durch spezielle Übungen
Meditation darüber, was zuvor war, was jetzt ist und was kommen wird.
Διαλογισμός πάνω σε τι προηγήθηκε,... τι συμβαίνει τώρα και αυτό που πρόκειται να έρθει.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- στοχασμός
- Στοχαστική
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Meditation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Meditation"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη