Μετάφραση του "Menschenhandel" σε Ελληνικά

Οι δουλεμπόριο, ανθρώπινη εμπορία, λαθρεμπόριο προσώπων είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Menschenhandel" σε Ελληνικά.

Menschenhandel noun masculine γραμματική

grenzüberschreitender Prostitutionshandel (österr.)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δουλεμπόριο

    noun neuter

    Man denke nur an den Menschenhandel, man denke an den Frauenhandel, seine spezifische Form.

    Αναφέρω ενδεικτικά το δουλεμπόριο και ιδίως μια ειδική μορφή του: το εμπόριο γυναικών.

  • ανθρώπινη εμπορία

    έγκλημα κατά προσώπου

    Vielleicht ist es eine Markierung für Menschenhandel oder sowas

    Ίσως να είναι μια ετικέτα, για ανθρώπινη εμπορία ή κάτι τέτοιο

  • λαθρεμπόριο προσώπων

    Das Einschleusen von Menschen sowie Menschenhandel sind neue Tätigkeitsschwerpunkte krimineller Organisationen großen Stils.

    Τα κυκλώματα λαθρομετανάστευσης, καθώς και το λαθρεμπόριο προσώπων αποτελούν νέα πεδία δράσης του μεγάλου οργανωμένου εγκλήματος.

  • σωματεμπορία

    Es genügt nicht, die widerwärtigen Verbrecher anzuprangern, die sich am Menschenhandel bereichern.

    Δεν αρκεί να καταγγέλλουμε τα καθάρματα που πλουτίζουν επιδιδόμενοι στη σωματεμπορία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Menschenhandel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Menschenhandel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη