Μετάφραση του "Messen" σε Ελληνικά

Οι μέτρηση, μετρώ, ανταγωνίζομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Messen" σε Ελληνικά.

Messen noun γραμματική

Survey (fachsprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μέτρηση

    noun

    Reputation ist das Maß dafür, wie sehr Ihnen die Community vertraut.

    Η φήμη είναι η μέτρηση του πόσο μια κοινότητα σας εμπιστεύεται.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Messen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

messen verb γραμματική

messen (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μετρώ

    verb

    Diese werden unter Einbeziehung und unter Ausschluss der hinterlegten Sicherheiten gemessen.

    Το ίδρυμα μετρά τα τρέχοντα ανοίγματα με και χωρίς συνυπολογισμό της εξασφάλισης.

  • ανταγωνίζομαι

    verb
  • συγκρίνω

    Insbesondere misst das BIP den Grad der Umweltverträglichkeit oder der sozialen Eingliederung nicht.

    Συγκεκριμένα, το ΑΕγχΠ δεν μετρά το επίπεδο περιβαλλοντικής βιωσιμότητας ή κοινωνικής ενσωμάτωσης.

Εικόνες με "Messen"

Φράσεις παρόμοιες με "Messen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μέτρο
  • Θεωρία μέτρου · βαθμός · διάσταση · διαστάσεις · κλίμακα · μέγεθος · μέτρο · ρέγουλα
  • Μαζική αποστολή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
  • στιβάδες
  • Μις Ευρώπη
  • χρονομετρώ
  • Λειτουργία σε σι ελάσσονα
  • Λειτουργία · έκθεση · δίκαιος · εκκλησιασμός · εμπορική έκθεση · θρησκευτική τελετή · λέσχη · λειτουργία · παζάρι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Messen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη