Μετάφραση του "Meter" σε Ελληνικά

Οι μέτρο, m, μ. είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Meter" σε Ελληνικά.

Meter noun masculine γραμματική

m (Einheitenzeichen) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μέτρο

    noun neuter

    Er ist fast zwei Meter groß.

    Είναι σχεδόν δύο μέτρα.

  • m

    μονάδα μέτρησης μήκους κατά SI

    Das überwachte Gebiet wird in ein quadratisches Raster mit einer Seitenlänge von 100 Metern aufgeteilt.

    Η επιτηρούμενη περιοχή βασίζεται σε ένα πλέγμα το οποίο διαιρείται σε τετράγωνα των 100 m × 100 m.

  • μ.

    Er ist über 15 Meter groß und wächst noch.

    Έχει 15 μ. ύψος, και συνεχίζει να ψηλώνει με ανησυχητικό ρυθμό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Meter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

meter
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μέτρο

    noun neuter

    Er ist fast zwei Meter groß.

    Είναι σχεδόν δύο μέτρα.

Εικόνες με "Meter"

Φράσεις παρόμοιες με "Meter" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Meter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη