Μετάφραση του "Mietwagen" σε Ελληνικά
Το ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο είναι η μετάφραση του "Mietwagen" σε Ελληνικά.
Mietwagen
noun
Noun
masculine
γραμματική
Mietwagen
-
ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο
Er fährt den Mietwagen doch so gern.
Τον ευχαριστεί να χρησιμοποιεί το ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Mietwagen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη