Μετάφραση του "Missionar" σε Ελληνικά

Το ιεραπόστολος είναι η μετάφραση του "Missionar" σε Ελληνικά.

Missionar noun Noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιεραπόστολος

    noun masculine

    Angehöriger einer Religion, der in einem fremden Land seinen Glauben verbreiten will

    Auf einer solchen Straße konnten Missionare wie Paulus am Tag rund 30 Kilometer zurücklegen.

    Σε τέτοιους δρόμους, ένας ιεραπόστολος σαν τον Παύλο μπορούσε να περπατήσει 32 περίπου χιλιόμετρα τη μέρα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Missionar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Missionar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη