Μετάφραση του "Mitlaut" σε Ελληνικά

Οι σύμφωνο, δύμφοωα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Mitlaut" σε Ελληνικά.

Mitlaut noun masculine γραμματική

Laut der Stimme, der von den verschiedenen Teilen des Mundes erzeugt wird und durch eine Obstruktion des Atemluftstroms gekennzeichnet ist.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύμφωνο

    noun neuter
  • δύμφοωα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Mitlaut " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Mitlaut" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη