Μετάφραση του "Monat" σε Ελληνικά

Οι μήνας, σεληνιακός μήνας, φεγγάρι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Monat" σε Ελληνικά.

Monat noun masculine γραμματική

Eine Monatszeit, insbesondere eine Mondperiode von ungefähr 28 Tagen Dauer. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μήνας

    noun masculine

    Περίοδος διαίρεσης του έτους, βασισμένη ιστορικά στις φάσεις της Σελήνης. Το γρηγοριανό ημερολόγιο έχει δώδεκα μήνες.

    Der Januar ist der erste Monat des Jahres.

    Ο Ιανουάριος είναι ο πρώτος μήνας του χρόνου.

  • σεληνιακός μήνας

    noun masculine

    Ein weiterer Ausdruck für Monat, jérach, wird mit „Mondmonat“ übersetzt (1Kö 6:38).

    Μια άλλη λέξη που χρησιμοποιείται για το μήνα, η λέξη γέραχ, αποδίδεται «σεληνιακός μήνας».

  • φεγγάρι

    noun neuter

    Sie kommen alle drei Monate, wenn Vollmond ist.

    Έρχονται κάθε τρεις μήνες όταν το φεγγάρι είναι γεμάτο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τριακονθήμερο
    • μην
    • Μήνας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Monat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Monat" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Monat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη