Μετάφραση του "Monazit" σε Ελληνικά

Το Μοναζίτης είναι η μετάφραση του "Monazit" σε Ελληνικά.

Monazit noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μοναζίτης

    ορυκτό

    Monazit und andere Erze, die ausschließlich oder hauptsächlich für die Gewinnung von Uran oder Thorium verwendet werden

    Μοναζίτης και άλλα μεταλλεύματα που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά ή κυρίως για την εξόρυξη ουρανίου ή θορίου

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Monazit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Monazit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη