Μετάφραση του "Monokultur" σε Ελληνικά

Το μονοκαλλιέργεια είναι η μετάφραση του "Monokultur" σε Ελληνικά.

Monokultur noun Noun feminine γραμματική

wiederholtes Bepflanzen mit derselben Frucht

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μονοκαλλιέργεια

    noun feminine

    Der kontinuierliche Anbau derselben Kultur kann als Monokultur bezeichnet werden.

    Εάν καλλιεργούνται συνεχώς τα ίδια φυτά, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο όρος μονοκαλλιέργεια για την περιγραφή του φαινομένου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Monokultur " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Monokultur" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Monokultur" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη