Μετάφραση του "Multimeter" σε Ελληνικά

Οι πολύμετρο, Πολύμετρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Multimeter" σε Ελληνικά.

Multimeter
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πολύμετρο

    noun

    Batteriespannung (V). Dieser Wert kann mit einem Multimeter gemessen werden;

    τάση της μπαταρίας (V), η οποία μπορεί να μετρηθεί με πολύμετρο·

  • Πολύμετρο

    Batteriespannung (V). Dieser Wert kann mit einem Multimeter gemessen werden;

    τάση της μπαταρίας (V), η οποία μπορεί να μετρηθεί με πολύμετρο·

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Multimeter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Multimeter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη